Πολιτική κατάθεση του Κώστα Κάτσενου στο ειδικό δικαστήριο του Κορυδαλλού, 8/2/2013

Κατεβάστε το συνημμένο αρχείο  Κώστας Κάτσενος.pdf (application/pdf).

Προεισαγωγή

Πριν ξεκινήσω την απολογία θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η εμπειρία μου στο δημόσιο λόγο είναι περιορισμένη. Προσωπικά δεν έχω μιλήσει δημόσια παρά μόνο σε κάποιες πολιτικές συνελεύσεις. Σίγουρα ποτέ δεν έχει χρειαστεί να μιλήσω για κάτι τόσο σημαντικό που να καθορίζει άμεσα την πορεία της ζωής μου. Συνεπώς θα σας παρακαλούσα να αντιμετωπίσετε με κατανόηση την νευρικότητα την οποία νιώθω και τα όποια λεκτικά λάθη κάνω.

Εισαγωγή

Ξεκινώντας, θεωρώ ότι η παρουσία μου σε αυτό το δικαστήριο, στη θέση του κατηγορουμένου, οφείλεται, σε σημαντικό βαθμό, στις πολιτικές και κοινωνικές μου αντιλήψεις. Συνεπώς, πριν απαντήσω στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζω, αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσω για όλα όσα πιστεύω, δηλαδή για την πολιτική μου θεώρηση, τον τρόπο με τον οποίο αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τα βιώματά μου αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτή επηρεάζει τις επιλογές μου.

Αν και διαφωνώ με τη χρήση των εννοιών της «τρομοκρατίας» και της «αντιτρομοκρατίας» διότι είναι έννοιες αποπροσανατολιστικές, και αναπαράγουν πολλές φορές την κυρίαρχη αντίληψη, θα τις χρησιμοποιήσω. Και θα το κάνω για να γίνω πιο κατανοητός, χωρίς βέβαια να τις υιοθετώ. Θεωρώ ότι είναι έννοιες σχετικιστικές, χωρίς αντικειμενική βάση, έννοιες των οποίων το περιεχόμενο εξαρτάται από την ισορροπία δυνάμεων σε κάθε ιστορική περίοδο.

Γεννήθηκα το 1975 στην Αθήνα. Μέχρι την ηλικία των 10 ετών μεγάλωσα σε μία γειτονιά του κέντρου, την Πλατεία Βικτωρίας. Το 1986, μαζί με την οικογένειά μου, μετακομίσαμε στην περιοχή των Αμπελοκήπων, όπου και κατοικούμε μέχρι σήμερα.

Όπως θα περίμενε κανείς, οι πρώτες μου πολιτικές εικόνες, καθώς και τα πρώτα μου κοινωνικά ερεθίσματα, προέρχονται από τη δεκαετία του 80. Το ξεκίνημα αυτής της δεκαετίας, όπως άκουγα τότε, ήταν μία εποχή «αλλαγής», με το κράτος της «επάρατης δεξιάς» να καταρρέει και να παραδίδει την εξουσία στις λεγόμενες «προοδευτικές» δυνάμεις. Θυμάμαι επίσης τον «επαναστατικό λυρισμό» εκείνων των ημερών, με τον κόσμο να τραγουδά Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο ή Λοΐζο και να πιστεύει ότι δημιουργεί μία κοινωνία πιο δίκαια, έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Σήμερα, μπορώ να κρίνω ότι ο «θρίαμβος της αλλαγής» δεν ήταν κάτι παραπάνω από μία καθυστερημένη και συχνά ελλιπής θεσμοθέτηση των ελευθεριών που είχε κατακτήσει ο λαός στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και μπορώ επίσης να χαμογελάσω με τα όμορφα συναισθήματα της επαναστατικής ποίησης, τα οποία δεν φαίνεται να ενέπνευσαν τον κόσμο ώστε να συμπεριφερθεί καλύτερα – περισσότερο κοινωνικά και λιγότερο ατομικά – στην καθημερινότητά του.

Οι γονείς μου δεν διέφεραν από τους περισσότερους ανθρώπους της γενιάς τους, ιδιαίτερα από αυτούς που ανήκαν στην μικροαστική τάξη εκείνης της εποχής. Έχοντας βιώσει τη δύσκολη πραγματικότητα των μεταπολεμικών και μετεμφυλιακών χρόνων, τόσο ο πατέρας μου όσο και η μητέρα μου τρέφονταν με την ελπίδα της οικονομικής και κοινωνικής καταξίωσης.

Και οι δύο μου γονείς εργάζονταν σκληρά, προσπαθώντας να κερδίσουν τα χρήματα εκείνα που θα τους επέτρεπαν περισσότερα δικαιώματα στη ζωή. Ο πατέρας μου ήταν βιοτέχνης, επιχειρηματίας· και ζούσε με το όνειρο της επαγγελματικής επιτυχίας. Στην πραγματικότητα, κυνηγούσε το μεροκάματο· ο παραμορφωτικός καθρέπτης του καπιταλισμού, όμως, του έδινε τη δυνατότητα να πιστεύει ότι είναι αφεντικό. Αντίθετα, η μητέρα μου ήταν νηπιαγωγός, δημόσιος υπάλληλος σε παιδικό σταθμό. Σε σχέση με τον πατέρα μου, είχε διαφορετικού χαρακτήρα εργασιακές αγωνίες, κάτι που εν τέλει της επέτρεπε να σκεφθεί και να δράσει με τρόπο πιο συγκροτημένο, πιο παραγωγικό. Συγχρόνως, όμως, είχε μία πιο συντηρητική προσέγγιση στη ζωή, αποδεχόμενη κανόνες συμπεριφοράς και συμβάσεις που βασίζονταν περισσότερο στην παράδοση και λιγότερο στη λογική.

Στο σπίτι, τόσο η σταθερή δουλειά όσο και η οργανωτικότητα της μητέρας μου αποδείχθηκαν απαραίτητες. Πραγματικά, χωρίς τη συνδρομή της, η οικογένειά μας δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει τις κακοτοπιές στις οποίες κατά καιρούς οδηγήθηκε από τις επαγγελματικές ατασθαλίες και τα λάθη του πατέρα μου. Ακόμα και σήμερα, σε αυτό το δικαστήριο, ΜΕ κυνηγούν τα λάθη αυτά. Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε ένα στοιχείο του παραπεμπτικού βουλεύματος, τις σφραγίδες οι οποίες βρέθηκαν στο πατάρι του διαμερίσματος που διαμένουν οι γονείς μου. Μαζί με τις εταιρικές σφραγίδες του πατέρα μου ήταν και κάποιες «υπηρεσιακές» σφραγίδες του αδελφού της συνεταίρου του· και εγώ καλούμαι να αποδείξω ότι δεν έχω καμία σχέση με αυτές, ακόμα και αν κανείς δεν έχει αποδείξει ότι αυτές οι σφραγίδες έχουν κάποια σχέση με την υπόθεση του δικαστηρίου. Χαρακτηριστικά, μία απ’ τις πρώτες ερωτήσεις που έκανα στους γονείς μου, όταν τους συνάντησα στο πρώτο επισκεπτήριο της φυλακής, ήταν αν είναι αλήθεια η ύπαρξη αυτών των σφραγίδων ή πρόκειται για ένα ακόμα ψέμα των δημοσιογράφων. Δυστυχώς όμως αυτή ήταν η αλήθεια.

Πέραν από τους γονείς μου, σημαντική στην παιδική μου ηλικία, αλλά και αργότερα στη ζωή μου, ήταν η παρουσία του αδελφού μου. Οι χαρακτήρες μας διαφέρουν· και κατά συνέπεια, εκείνα τα χρόνια, ήμασταν σε απόσταση μεγαλύτερη από αυτήν που δικαιολογούσε η ηλικιακή μας διαφορά. Εντούτοις, τον παρατηρούσα πάντοτε με ενδιαφέρον· συχνά, μάλιστα, με θαυμασμό. Θα μπορούσα να σας πω πολλά για τη σχέση μου μαζί του και τον τρόπο, με τον οποίο αυτή με επηρέασε. Θα περιοριστώ όμως σε δύο μόνο στοιχεία, αυτά τα οποία πιστεύω ότι μου έκαναν την ισχυρότερη εντύπωση κατά την εφηβική μου ηλικία. Πρόκειται, πρώτον, για τον ιδιόρρυθμο τρόπο με τον οποίο ο αδελφός μου σκεφτότανε και λειτουργούσε, δίνοντας τόση έμφαση στη λογική που ενίοτε άγγιζε το παράλογο· σταδιακά όμως κατάλαβα ότι πίσω από αυτόν τον κάπως υπερβολικό ρασιοναλισμό βρισκόταν μία δημοκρατικότητα η οποία συχνά απουσιάζει από την λεγόμενη κοινή λογική, από την εμπειρία και την παράδοση. Και δεύτερον, πρόκειται για την πίστη του αδελφού μου στην ορθότητα του τρόπου σκέψης του, η οποία συχνά τον οδηγούσε σε προστριβές με τους γονείς μας, με τους δασκάλους του, με τους συμμαθητές του, με όλον τον κόσμο· συνολικά, είχε μία υπερήφανη στάση, η οποία έλειπε από τους υπόλοιπους ανθρώπους γύρω μου. Εν τέλει, μετά από πολλά χρόνια κατά τα οποία ήμασταν «μακριά», τόσο φυσικά όσο και συναισθηματικά, είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που μπορέσαμε να προσεγγίσουμε ο ένας τον άλλον και να αναπτύξουμε την πολύτιμη σχέση την οποία έχουμε όλα τα τελευταία χρόνια.

Από παιδί αναζητούσα την διαφορετικότητα. Έψαχνα λοιπόν για μία ποιότητα η οποία έλειπε από τον μικροαστικό κοινωνικό κύκλο που με περιέβαλε. Το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα ήταν πολιτικοποιημένο με έναν μάλλον ρηχό τρόπο, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος στη μικροαστική τάξη της δεκαετίας του ‘80. Ήταν η εποχή που τα πολιτικά πάθη ήταν ακόμα οξυμένα και ο κόσμος έβρισκε ακόμα διακριτές διαφορές ανάμεσα στους σοσιαλιστές της αλλαγής και το «κράτος της επάρατης Δεξιάς». Ανεξάρτητα από την κομματική του απόχρωση, το σύνολο της κοινωνίας είχε σε μεγάλο βαθμό κοινές επιδιώξεις και όνειρα. Πολιτικά, οι γονείς μου άνηκαν στο λεγόμενο προοδευτικό χώρο, αλλά με έναν τρόπο που δεν έδινε τόσο μεγάλη σημασία στις ιδέες, όσο στα πρόσωπα.

Εξ’ άλλου, ίσως και να πίστευαν ότι η ενασχόληση με τα κοινά, πέραν κάποιων βασικών ορίων, ήταν μία πολυτέλεια, που αφορούσε ανθρώπους που είχαν λύσει τα βιοτικά τους προβλήματα. Εν συντομία, η ‘’προοδευτική’’ τους ιδεολογία περιοριζόταν στην κομματική τους τοποθέτηση. Από εκεί και πέρα, τόσο στην καθημερινότητα τους όσο και στα μακροχρόνια σχέδια τους, αναπαρήγαγαν όλες εκείνες τις επιλογές και συμπεριφορές που κυριαρχούσαν γύρω τους. Πάνω απ’ όλα αναπαρήγαγαν μια ωφελιμιστική λογική οι παρενέργειες της οποίας ταλάνισαν τόσο πολύ την Ελληνική κοινωνία αργότερα.

Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια, μέχρι την ημέρα που ο εισαγγελέας χτύπησε την πόρτα του σπιτιού τους, για να αναρωτηθούν για την ορθότητα όλων όσων πίστευαν.

Κοιτώντας τη δεκαετία του ‘80 από απόσταση, πιστεύω ότι εμπεριείχε στοιχεία έντονης χυδαιότητας, τόσο στην πολιτική όσο και στην πολιτισμική ζωή. Ήταν η εποχή που το αυθαίρετο έγινε το δικαίωμα του μη-προνομιούχου στην εξοχική κατοικία· ενώ το σκυλάδικο και η βίντεοκασσέτα ήταν η υπερήφανη απάντηση του λαικού δήθεν ανθρώπου στον ελιτισμό της τέχνης. Ακόμα χειρότερα, εκείνη την εποχή, ο πρωθυπουργός εδήλωνε ότι δεν αναγνώριζε παρά μόνο ένα θεσμό, τον «κυρίαρχο» λαό· και τα δύο κόμματα εξουσίας συνέχιζαν να αναπαράγουν την αλληλεξάρτηση την κοινωνίας με αυτά, μία εξάρτηση που επιβιώνει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μέχρι τις μέρες μας. Παιδιά αυτής της εξάρτησης είναι εξ’ άλλου το ρουσφέτι, τα φακελάκια, οι μίζες, οι πελατειακές σχέσεις με τα πολιτικά γραφεία. Τέλος, το χειρότερο φαινόμενο εκείνων των χρόνων ήταν κατά την γνώμη μου η υποχώρηση της κοινωνικής αλληλεγγύης, ενός αισθήματος το οποίο δεν είχε πλέον θέση στην ψυχή του θριαμβεύοντα μικροαστού.

Η Δεκαετία του 1990

Η πολιτική διαδρομή των γονιών μου σημαδεύτηκε από το ειδικό δικαστήριο του 1989, αυτό που θεώρησαν ότι ήταν η επιστροφή της παλιάς δεξιάς και η κατάργηση των παροχών τις οποίες ο Ανδρέας είχε δώσει στο λαό. Δεν ήταν τυχαίο ότι με ενθάρρυναν με έναν τρόπο έστω και λανθασμένο να συμμετάσχω στο πολιτικό γεγονός από το οποίο ξεκίνησε η δική μου πολιτική διαδρομή, δηλαδή τις σχολικές καταλήψεις του 1991.

Η προσωπική μου όμως πολιτική διαδρομή ακολούθησε άλλες κατευθύνσεις.

Ως μαθητής λυκείου συμμετείχα στις κινητοποιήσεις ενάντια στον Νόμο Κοντογιανόπουλου. Ακόμα και αν με υποχρέωναν δεν θα μπορούσα να πράξω διαφορετικά, καθότι ήμουν μαθητής στο ΕΠΛ Αθηνών, μία από τις εστίες αυτών των καταλήψεων. Η μαζικότητα των καταλήψεων και οι πορείες εξανάγκασαν την νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση Μητσοτάκη να πάρει πίσω την αυταρχική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Προσωπικά αν και ήμουν αρκετά μικρός, εντυπωσιάστηκα από τη δύναμη της πολιτικής, την ικανότητά της να μετατρέπει κάποιες μεμονωμένες και αδύναμες κραυγές σε ένα βροντερό κρεσέντο. Και συνειδητοποίησα τη δυναμική που μπορεί να αποκτήσει ένα κίνημα όταν έχει σαφείς στόχους.

Η δεκαετία του ‘90 ήταν μία περίεργη περίοδος για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Η έντονη πολιτικοποίηση που ξεκίνησε μετά τη πτώση της χούντας, κατέρρευσε μαζί με τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Αυτή η σταδιακή αλλαγή είχε άμεσες επιπτώσεις στη φυσιογνωμία των κοινωνικών στρωμάτων καθώς σηματοδοτεί μια νέα στροφή προς άλλες αξίες. Ήταν η εποχή που ο θεωρητικός Φράνσις Φουκουγιάμα κήρυξε «το τέλος της Ιστορίας» στο ομώνυμο του best seller, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική, η ιδεολογία, και οι συγκρούσεις, αποτελούν πια παρελθόν. Για πολλούς αριστερούς είχε έλθει το τέλος της διαδρομής τους. Τις καινούργιες αξίες και τα νέα ήθη τα καθόριζε η ελεύθερη τηλεόραση, και τα life style περιοδικά. Κοσμικά πάρτυ, ακριβά αυτοκίνητα και σκάφη, πολυτελή σπίτια, πλαστικό χρήμα, δυνατοί επιχειρηματίες. Δεν ήμασταν ένα μικρό κράτος, αλλά η Αμερική των Βαλκανίων. Χιλιάδες κόσμου συνέρεε στα εθνικιστικά συλλαλητήρια για να εκφράσει την αγανάκτηση του ενάντια στις αξιώσεις των δήθεν υπανάπτυκτων και ανιστόρητων γειτόνων. Ήταν η εποχή της εξατομίκευσης και της δανειοδοτούμενης ‘’ευμάρειας’’ όπου η Ελλάδα ονειρευόταν να διοργανώσει τους δικούς της Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι έννοιες της κοινωνικής αλληλεγγύης και των κοινωνικών αξιών υποχώρησαν. Οι νέες εξατομικευμένες αξίες ήταν η καριέρα, ο εύκολος πλουτισμός, η ανούσια κατανάλωση. Ο κοινωνικά ενεργός και μορφωμένος αντικαθίσταται από τον κοινωνικά επιτυχημένο και ατομικά ισχυρό άνθρωπο. Το πρότυπο του εργαζομένου ήταν ο γιάπης. Ένας κουστουμαρισμένος 30αρης που ενδιαφερόταν μόνο για την επαγγελματική του ανέλιξη. Τα συμφέροντά του δεν ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των άλλων εργαζομένων αλλά ήταν σε συνάρτηση με τη διεύρυνση των κερδών της εταιρείας του. Και ο απλός χαμηλόμισθος μπορούσε δανειζόμενος να περάσει ένα Σαββατοκύριακο στη κοσμική Μύκονο και να φαντασιώνεται ότι θα γίνει αφεντικό. Προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 η ελληνική κοινωνία ζούσε σε μια σχετική ευημερία. Ο κόσμος περνούσε καλά χωρίς να μπορεί να καταλάβει το αβάσιμο του πλούτου του αλλά και την χυδαιότητα του τρόπου κατανάλωσης του. Ήταν λίγο πριν την ολοκλήρωση της μεγαλύτερης νομισματικής ένωσης που έχει γίνει ποτέ σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι ίδιες οι τράπεζες σου πρότειναν εύκολα και γρήγορα, να γίνεις μέλος της «οικογένειας των ισχυρών» βγάζοντας μια πιστωτική κάρτα. Το πάρτυ συνεχίζεται για μια ακόμα δεκαετία, χάρη στα δανεικά που η χώρα εξασφάλισε με την είσοδό της στην ΟΝΕ.
Ήταν όμως ένα πάρτυ μακάβριο, χωρίς ζωντάνια, χωρίς μέλλον, με την ελληνική κοινωνία να κοιτάζει το ρολόι ολοένα και πιο νευρικά, αντιλαμβανόμενη ότι σύντομα τα ρούχα της θα μεταμορφωθούν σε κουρέλια και η πολυτελής άμαξα σε κολοκύθα.

Συνειδητά, απέρριψα αυτό τον ισοπεδωμένο τρόπο ζωής και αναζήτησα μια νέα εναλλακτική πολιτιστική ταυτότητα που αργότερα έγινε και πολιτική.

Μέσα στα επόμενα χρόνια άρχισα δειλά δειλά να ασχολούμαι όλο και περισσότερο με τις διάφορες εκφάνσεις του κοινωνικού κινήματος και βρέθηκα με τα κομμάτια εκείνα που αγωνίζονταν ενάντια σε εκείνη τη καπιταλιστική βαρβαρότητα η οποία αδρανοποιούσε, αποχαύνωνε, και εξαθλίωνε, μπορώ να πω με βεβαιότητα, τον πολίτη όλο και περισσότερο. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ την ηθική της εργασίας. Η εργασία είναι ένας μηχανισμός κοινωνικής ενσωμάτωσης. Όποιος βρίσκεται εκτός της συγκεκριμένης αγοράς, βαθμιαία χάνει την ιδιότητα του ως πολίτη και υποβαθμίζεται το δικαίωμά του στη ζωή και την αξιοπρέπεια. Στις μέρες μας, που όλα είναι πιο διακριτά, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα συμπολιτών μας που η αδυναμία τους να ενσωματωθούν, τους οδήγησε στην αυτοκτονία ή σε κάποιο ψυχιατρικό ίδρυμα. Επίσης δεν είναι λίγοι εκείνοι που βρίσκονται έγκλειστοι στις φυλακές μη μπορώντας να ανταπεξέλθουν στις όλο και πιο πιεστικές οικονομικές υποχρεώσεις.

Μεγαλώνοντας και περνώντας στην παραγωγική διαδικασία γνώρισα την εκμετάλλευση εκ των έσω καθώς αναγκάστηκα να εργαστώ για βιοποριστικούς λόγους σε μια σειρά από διαφορετικές δουλειές. Έτσι γνώρισα τι πάει να πει ανασφάλιστη και επισφαλής εργασία, εντατικοί ρυθμοί δουλειάς, εργατικά ατυχήματα, εργασιακό στρες, η απειλή της απόλυσης και το άγχος της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Απ’ την εμπειρία μου και την τριβή με την εκμετάλλευση έμαθα ότι τίποτα δεν σου παραχωρείται χωρίς αγώνα.

Το Νοέμβρη του 1999 και για έντεκα μήνες έπιασα δουλειά στην εταιρία Netbase. Το αντικείμενο της ήταν η κατασκευή ιστοσελίδων. Αν και οι συνθήκες ήταν σχετικά καλές, η εργασιακή σχέση βασιζόταν στα πρωτοεμφανιζόμενα για εκείνη την εποχή προγράμματα stage του ΟΑΕΔ. Ο εργαζόμενος ήταν κατά κάποιο τρόπο αναλώσιμος καθώς δεν είχε κανονική ασφάλιση παρά μόνο ιατροφαρμακευτική. Η θέση ήταν εξ ολοκλήρου επιδοτούμενη και όπως εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς μετά τη λήξη της κατά κανόνα τελείωνε και η “συνεργασία”.

Στη συνέχεια και για κάποιο καιρό η εργασιακή μου ενασχόληση είχε έναν ευκαιριακό χαρακτήρα. Δεν μου δινόταν καμία σοβαρή προοπτική παρά μόνο κατά καιρούς μικρής διάρκειας και έκτακτου χαρακτήρα “συνεργασίες”. Εδώ θέλω να κάνω μία μικρή παρένθεση σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούν στον κλάδο που δραστηριοποιούμαι όλα αυτά τα χρόνια. Κατά βάση στις γραφικές τέχνες υπάρχει οξυμμένη εκμετάλλευση. Αυτή τη βιώνει κανείς πιο έντονα στα πρώτα εργασιακά του βήματα όπου η έλλειψη εμπειρίας χρησιμοποιείται ως μοχλός από τον εργοδότη για να επιβάλει την απλήρωτη εργασία. Η παρένθεση εδώ κλείνει.

Το καλοκαίρι του 2002 ξεκίνησε η εργασιακή μου σχέση με τη Γαλλική αρχαιολογική σχολή. Ήταν η πρώτη μου σοβαρή ευκαιρία να ασχοληθώ με το αντικείμενο των σπουδών μου. Οι εργασιακές συνθήκες ήταν εξαιρετικές συνολικά, το περιβάλλον ήταν «πολιτισμένο» και η εμπειρία που αποκόμισα με βοήθησε στη μετέπειτα πορεία μου. Η ενασχόληση μου με τα δημοσιευμένα αρχαιολογικά ευρήματα, μου έδωσαν ένα θετικό ερέθισμα ώστε να ασχοληθώ μερικά χρόνια αργότερα με το αντικείμενο των σπουδών μου. Δυστυχώς η εργασιακή μου σχέση με το συγκεκριμένο ίδρυμα εξαρχής δεν είχε έναν μόνιμο χαρακτήρα αλλά ήταν σε συνάρτηση με τις εκδοτικές του ανάγκες.

Όταν έληξε και η τελευταία σύμβαση έργου αναζήτησα άλλες θέσεις εργασίας σχετικές με την ειδίκευση μου δεξιά και αριστερά, σε εφημερίδες, σε περιοδικά, σε διαφημιστικές εταιρείες, αλλού. Μη μπορώντας να βρω κάτι μόνιμο, αναγκάστηκα να αποδεχτώ μια θέση εργασίας σε εταιρία ταχυμεταφορών. Ήταν μία σύμβαση δουλείας που διήρκησε δώδεκα μήνες. Οι ρυθμοί εργασίας ήταν υπερεντατικοί. Δούλευα 11 ώρες το λιγότερο πάνω σε μηχανάκι. Ο μισθός ήταν ο βασικός και οι καθημερινές υπερωρίες δεν πληρώνονταν. Το εργασιακό στρες ήταν έντονο. Οι αποστάσεις που έπρεπε να καλύψουμε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ήταν τεράστιες και συχνά άλλαζαν, με ένα απλό τηλεφώνημα. Φυσιολογική συνέπεια τα πολλά εργατικά ατυχήματα. Σ’ ένα από αυτά θύμα ήμουνα κι εγώ. Λόγω κωλυσιεργίας του υπεύθυνου της εταιρίας δεν δηλώθηκε ποτέ στις αρμόδιες υπηρεσίες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χάσω την αποζημίωση που δικαιούμουν για τις μέρες ανάρρωσης. Αργότερα έκανα τις κατάλληλες νόμιμες ενέργειες ώστε να τη διεκδικήσω ακόμα και εκπρόθεσμα, αλλά κόλλησα στη γραφειοκρατία του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ. Όταν έκανα καταγγελία στην επιθεώρηση εργασίας για τις απλήρωτες υπερωρίες προσέκρουσα σε τοίχο καθώς στις ταχυμεταφορές συμμετείχε με κάποιο ποσοστό και το δημόσιο.

Την ίδια εποχή και επειδή ήθελα να αποκτήσω μεγαλύτερη εμπειρία πάνω στο αντικείμενο των σπουδών μου, έκανα κρούση μέσω μιας στενής φίλης, που δούλευε ως δημοσιογράφος σε καθημερινή πρωινή εφημερίδα. Έτσι βρέθηκα να εργάζομαι σε μία εταιρία που διεκπεραίωνε προ-εκτυπωτικές εργασίες για το συγκρότημα Κουρή. Ήταν μια σύγχρονη εκδοχή της μεσαιωνικής γαλέρας. Ήταν η πλέον άθλια εργασιακή μου επιλογή. Εκείνη την εποχή στο συγκεκριμένο ατελιέ έβγαιναν δύο εφημερίδες, η αυριανή και ο φίλαθλος. Λόγω της φύσης του αντικειμένου η πίεση ήταν τεράστια. Μας δίνονταν στενά χρονοδιαγράμματα για να διεκπεραιώσουμε ένα απίστευτα μεγάλο όγκο εργασιών ώστε να τυπωθούν οι εφημερίδες. Για το σύνολο των εργαζομένων οι μισθοί ήτανε πενιχροί, ελάχιστοι είχαν κάποιο είδος ασφάλισης. Το περιβάλλον ήταν άσχημο. Οι περισσότεροι αναγκάζονταν να υπομείνουν αυτό το καθεστώς λόγω ανάγκης. Βλέπετε από τότε ο φόβος της ανεργίας ήταν μεγάλος και προσπαθούσαν να μας εκβιάσουν μέσω αυτού. Ήταν σύνηθες να μας αφήνουν πάνω στα πληκτρολόγια των υπολογιστών βιογραφικά ανθρώπων που ζητούσαν μία θέση εργασίας. Έτσι γνωρίζαμε ανά πάσα στιγμή, ότι η θέση μας ήταν έτοιμη να καλυφθεί. Αν και η εταιρία ανήκε σε ιδιώτη είδα εκ των έσω το μέγεθος της διαφθοράς που υπάρχει στους ελεγκτικούς μηχανισμούς του δημοσίου. Μπορεί να μην γνωρίζαμε πότε θα πάρουμε την μία μέρα ρεπό που θεωρητικά δικαιούμασταν. Γνωρίζαμε όμως εκ τον προτέρων τις μέρες και τις ώρες που θα γίνει κάποιος έλεγχος. Όσοι ήμασταν ανασφάλιστοι περιμέναμε έξω απ’ τα γραφεία της εταιρείας μέχρι να ολοκληρωθεί η τυπική διαδικασία. Συνήθως οι ελεγκτές, λάμβαναν το απαραίτητο μπόνους απ’ τον γνωστό εκδότη και έφευγαν. Ως και ειδικό δωμάτιο κρύπτη, είχαν κατασκευάσει πίσω από βιβλιοθήκη που άνοιγε με το πάτημα ενός κουμπιού, για την περίπτωση ξαφνικού ελέγχου. Κάποιοι συνάδελφοι δώσαμε επιμέρους αγώνες για να βελτιώσουμε έστω και λίγο τις συνθήκες εργασίας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που προθυμοποιήθηκαν να έρθουν και να καταθέσουν.

Το καλοκαίρι του 2007, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του ΑΣΕΠ, μία καταχώρηση του υπουργείου εσωτερικών που αφορούσε την πρόσληψη με δωδεκάμηνη σύμβαση ειδικοτήτων σαν τη δική μου. Κατόπιν εξετάσεων σε μία επιτροπή του εθνικού τυπογραφείου προσλήφθηκα ως σελιδοποιός. Το Σεπτέμβρη του 2008 μας ανανέωσαν την σύμβαση για άλλους δώδεκα μήνες. Μετά το τέλος της όλοι οι συμβασιούχοι προσφύγαμε στα δικαστήρια για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας μας όπου έγινε προσωρινά δεκτή. Το αιτιολογικό της ήταν ότι καλύπτουμε πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Εν τέλει επιστρέψαμε στη δουλειά ως το Νοέμβριο του 2014 ημερομηνία που πρόκειται να εκδικαστεί η προσφυγή μας. Εδώ θέλω να τονίσω ότι υπήρχε συντονισμός και με συμβασιούχους από άλλους τομείς του δημοσίου καθώς οργανώσαμε διαδηλώσεις με αίτημα την μονιμοποίησή μας.

Παράλληλα είχα δηλώσει το δώμα όπου διέμενα επί της οδού Τριφυλίας 10 ως επαγγελματική στέγη και αναλάμβανα δουλειές για να συμπληρώνω τον σχετικά χαμηλό μισθό που έπαιρνα.

Το 2006 έκανα αίτηση για να μου δοθεί η δυνατότητα να παρακολουθήσω ως φοιτητής την κατεύθυνση των ανθρωπιστικών σπουδών του ελληνικού ανοιχτού πανεπιστημίου. Έγινα δεκτός στο τμήμα του ελληνικού πολιτισμού όπου φοίτησα απ’ το φθινόπωρο του 2007 μέχρι τον Απρίλιο του 2010. Ήθελα να ολοκληρώσω τη σχολή στα 4 χρόνια, ώστε να παρακολουθήσω κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Γι αυτό ακριβώς το λόγο δήλωσα απ’ την πρώτη χρόνια τον μέγιστο αριθμό μαθημάτων τα οποία και ολοκλήρωσα με επιτυχία. Η προσπάθεια αυτή διακόπηκε βίαια τον Απρίλιο του 2010 όταν εισέβαλε η αντιτρομοκρατική στο σπίτι μου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η ζωή μου άλλαξε ριζικά όπως και της υπόλοιπης κοινωνίας λίγο αργότερα όταν ο τότε πρωθυπουργός σε μια προσπάθεια να καλλιεργήσει ένα κλίμα ασφάλειας και σταθερότητας ανακοίνωσε την προσφυγή της χώρας στον έλεγχο του Δ.Ν.Τ.

Πολιτική Θεώρηση

Η βαθιά κοινωνική κρίση που έχει ξεσπάσει τα τελευταία χρόνια έχει καταδικάσει μεγάλα κοινωνικά κομμάτια σε ακραία ανασφάλεια και ανέχεια. Ο τρόπος ζωής των περασμένων δεκαετιών όπως είχε διαμορφωθεί μέσα απ’ το μεταπολεμικό και μεταπολιτευτικό κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί παρελθόν.

Η ανεργία, το ξεπούλημα της κοινωνικής περιουσίας, η πάμφθηνη ελαστικοποιημένη εργασία, η κατακόρυφη αύξηση του κόστους διαβίωσης, και η λεηλασία μισθών και συντάξεων που επιβάλλουν τα μνημόνια δημιουργούν μια νέα ολοκληρωτική πραγματικότητα.

Η όξυνση των κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων οδηγεί σε μία επαναλαμβανόμενη προσφυγή σε κυβερνητικά σχήματα “έκτακτης ανάγκης”, τύποις διαφορετικά από τα παλαιότερα μοντέλα αυταρχικής διακυβέρνησης, όπως μιας δικτατορίας σαν αυτήν της 21ης Απριλίου η ενός στρατιωτικού νόμου. Πρόκειται ουσιαστικά για μια κατάσταση εξαίρεσης ή έκτακτης ομαλότητας, η οποία τείνει όλο και περισσότερο να παρουσιάζεται ως το κυρίαρχο παράδειγμα διακυβέρνησης, με τρόπο που ελάχιστα προσιδιάζει σε δημοκρατικό πολίτευμα. Από τεχνικής απόψεως, σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό Giorgio Agamben, η δημοκρατία δεν είναι πλέον κοινοβουλευτική αλλά κυβερνητική.

Όσο δε για την αντιτρομοκρατία, συμπληρώνω εγώ, αποτελεί ένα από τα μέσα προς αυτόν το μετασχηματισμό, καθώς εισάγει νέες μορφές προστασίας μιας κοινωνικά απονομιμοποιημένης ολιγαρχικής εξουσίας απέναντι στη λαϊκή δυσαρέσκεια και τις κοινωνικές εκρήξεις.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το κράτος προωθεί την εγκληματοποίηση και την ποινικοποίηση της πολιτικής δράσης και των κοινωνικών αγώνων που θεωρεί επικίνδυνα για τη κυριαρχία του, ακολουθώντας πιο εξελιγμένες μορφές καταστολής.

Επιτίθεται στους πολιτικούς του αντιπάλους, τις πολιτικές ομάδες και τους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται μέσα στο α/α χώρο και σ’ όλη την ριζοσπαστική αριστερά, δηλαδή σ’ όσους επιλέγουν να αμφισβητούν το καθεστώς.

Το κράτος προσπαθεί επίσης να μεταστρέψει το φόβο και την οργή της κοινωνίας, δηλαδή όλα εκείνα τα συναισθήματα απόγνωσης που πηγάζουν από τη κρίση, σε ένα φόβο ή, ακόμα χειρότερα, σε μία διάθεση κανιβαλισμού ενάντια σε αγωνιζόμενα και περιθωριοποιημένα σύνολα. Κατασκευάζεται έτσι η φιγούρα του υποτιθέμενου «αντικοινωνικού εγκληματία» που εξυπηρετεί τη συσπείρωση της κοινωνίας ενάντια στον «εσωτερικό εχθρό».

Στη φιγούρα του εσωτερικού εχθρού σύμφωνα με τον συγγραφέα και νομικό Δ. Μπελαντή, εμπερικλείονται όλα αυτά που για οποιονδήποτε λόγο και με οποιοδήποτε κίνητρο (κοινωνικό, πολιτικό, θρησκευτικό, πολιτιστικό) στρέφονται ενάντια στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, την παγκοσμιοποιημένη αγορά, δηλαδή όλα εκείνα που δεν υπακούουν στην αρχή της «ίσης ανισότητας για όλους».

Οι σημαντικότερες μεταπολιτευτικές μορφές του εσωτερικού εχθρού στην Ελλάδα, όπως τις προέβαλλε η εκάστοτε εξουσία, ήταν τρεις:

  1. Πρώτον, η αναρχική και αριστερή δράση, η οποία χαρακτηρίστηκε, με τον πλέον απλοϊκό τρόπο, ως αντικοινωνική.
  2. Δεύτερον, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, τα αιτήματα των οποίων λοιδωρήθηκαν ως συντεχνιακού χαρακτήρα.
  3. Τέλος, η εναντίωση στην εκσυγχρονιστική λαίλαπα, η οποία χλευάστηκε ως αναχρονιστική, ιδιαίτερα τα χρόνια μετά το 1996.

Με την οικονομική κρίση, αυτή η λίστα διευρύνθηκε, ώστε να συμπεριλάβει και άλλες κατηγορίες. Εσωτερικός εχθρός έχει γίνει πλέον και ο αντιπαραγωγικός τοξικομανής, οι οροθετικές που σκορπούν τον τρόμο στα υγιή μέλη της κοινωνίας, οι μετανάστες που έρχονται από μια ισοπεδωμένη χώρα, ο παραβατικός ρομά που από μικρή ηλικία είναι καταδικασμένος στην ανέχεια. Μάλιστα, πρόσφατα η λίστα αυτή συμπεριέλαβε και τους «άνομους» καταληψίες εγκαταλειμμένων κτηρίων, τους «άνομους» συνδικαλιστές των μέσων μεταφοράς καθώς και τους αγρότες και τους ναυτεργάτες.

Η κυρίαρχη προπαγάνδα καλεί την κοινωνία να συνδράμει, ώστε να απομονωθούν όλα εκείνα τα κομμάτια, που λόγω της ασυμβατότητας τους με την εκάστοτε στρατηγική της εξουσίας, βαπτίζονται ως παρασιτικά ή στρέφει τους απόκληρους να αλληλοσυγκρουστούν, για να εκτονωθεί η συσσωρευμένη οργή προς ανώδυνες κατευθύνσεις. Έτσι δημιουργείται ένα αίσθημα αντιπαλότητας μεταξύ παραγωγικών και μη παραγωγικών εργαζομένων, ελλήνων και μεταναστών, υγιών και αρρώστων, απεργών και απεργοσπαστών.

Στις νέες συνθήκες ζωής και βάσει της κυρίαρχης αντίληψης που προσπαθούν να μας επιβάλλουν, ο καλός και νομοταγής πολίτης του χθες μετατρέπεται στον απόβλητο και παρασιτικό πολίτη του σήμερα. Όταν αντιστέκεται στην επερχόμενη απόλυση του ή όταν διεκδικεί ορισμένες παραχωρήσεις, κατηγορείται ότι παρεμποδίζει την παραγωγική διαδικασία και ζημιώνει την οικονομία, υποκινούμενος από «άνομα» και «συντεχνιακά συμφέροντα».

Από τις τοπικές κινητοποιήσεις ενάντια στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος και τις απεργίες μέχρι τις πιο μαζικές κινητοποιήσεις, όλες αυτές οι κοινωνικές αντιστάσεις αθροίζονται σε μια αλυσίδα διαρκούς κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, η οποία αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο με αποκλειστικά ποινικά μέσα. Στην περίοδο της κρίσης, το κράτος έχει την ανάγκη να μετατρέψει τις συλλογικές κινητοποιήσεις σε ποινικά κολάσιμες ατομικές συμπεριφορές. Αλλά και στο παρελθόν, όταν διάφοροι κοινωνικοί αγώνες απέκτησαν τα χαρακτηριστικά της ανοιχτής σύγκρουσης με την εξουσία, τότε αντιμετωπίστηκαν ως φορείς μιας διάχυτης κοινωνικής τρομοκρατίας, για παράδειγμα, η απεργία των απολυμένων της ΕΑΣ, οι κινητοποιήσεις των αδιόριστων καθηγητών ενάντια στο νομό ΑΣΕΠ, η απεργία των εργατών της χαλυβουργίας, οι κινητοποιήσεις των κατοίκων της Κερατέας ενάντια στη δημιουργία χώρου υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, οι κινητοποιήσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στα μεταλλεία χρυσού.

Το κράτος θέλοντας να οχυρωθεί απέναντι στις δυναμικές κοινωνικές αντιστάσεις, προβαίνει ακόμα και σε στρατιωτικές ασκήσεις διαχείρισης πλήθους όπως αυτή με την κωδική ονομασία Καλλίμαχος, που έλαβε χώρα σε στρατόπεδο του Κιλκίς.

Η ακραία ανάπτυξη της αντιτρομοκρατίας όπως ανέφερα και παραπάνω θέτει ένα ζήτημα μετατροπής της αστικής δημοκρατίας σε πιο ολοκληρωτικές μορφές διακυβέρνησης, δημιουργώντας ένα τρομερό έλλειμμα ελευθερίας, δικαιοσύνης, και σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα. Ενώ τα δικαιώματα των οικονομικά ισχυρών διευρύνονται, τα πολιτικά και τα κοινωνικά δικαιώματα των υπολοίπων συρρικνώνονται, παρά το γεγονός ότι θεωρητικά αναγνωρίζεται μια δήθεν ανεκτικότητα και ένα δήθεν δικαίωμα στην διαφορετικότητα και στην ιδιαίτερη ταυτότητα. Κατοχυρωμένοι θεσμοί, όπως το δικαίωμα της άμεσης πολιτικής συμμετοχής (π.χ., η συνάθροιση, το συνδικάτο, η απεργία), τα δικονομικά δικαιώματα, η ελευθερία του πολιτικού λόγου, και το δικαίωμα στον ιδιωτικό χώρο, έχουν αποδυναμωθεί και συρρικνωθεί εξαιτίας της αντιτρομοκρατικής πολιτικής.

Εδώ θα ήθελα να σας διαβάσω ένα σύντομο απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Ανομολόγητος Εχθρός», των πολιτικών στοχαστών Πάολο Περσικέτι και Ορέστε Σκαλτσόνε, το οποίο σχολιάζει τις διώξεις στην Ιταλία της δεκαετίας του 70. Αν και αναφέρεται σε μία άλλη εποχή, όπως και σε μία άλλη κοινωνία, το σχόλιο αυτό μου θυμίζει έντονα τις τακτικές τις οποίες ακολούθησαν οι διωκτικές αρχές, αλλά και τα φερέφωνα τους, πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά τις συλλήψεις του Απριλίου του 2010.

«Ο επιζητούμενος σκοπός είναι η εκρίζωση του υπό παρατήρηση φαινομένου και όχι απλά η επιβολή κυρώσεων στους δράστες των παραβάσεων που έχουν διαπραχθεί, γιατί κάτι τέτοιο δεν θα αρκούσε για να προκαλέσει την εξαφάνιση του ίδιου του φαινομένου. Έτσι ακολουθείται ο δρόμος της «τελικής λύσης», στο πλαίσιο μιας συνολικής επανασυγγραφής της ιστορίας που περιορίζεται σε μία βεντάλια παραβάσεων και μορφών αδικημάτων, εγκληματικών υποθέσεων και πράξεων που εξορίζουν τις κοινωνικές συμπεριφορές στον περιορισμένο ποινικό χώρο του εγκλήματος και της παράβασης».

Σε δίκες σαν κι αυτή που βιώνω είναι κομβικής σημασίας η απονομιμοποίηση του αντιπάλου και συνεπώς και η ηθική εξουδετέρωσή του. Αυτό επιτυγχάνεται με τον εξοστρακισμό του απ’ τη σφαίρα της πολιτικής στη σφαίρα της ποινικής παραβατικότητας. Επιπλέον, η ιδεολογική και πολιτική του ταυτότητα διαστρεβλώνονται και αμφισβητούνται με αποτέλεσμα ο αντίπαλος να εμφανίζεται ως ένας κοινός εγκληματίας και όχι ως ένας φορέας μαζικής πολιτικής ανατροπής της κοινωνικής αδικίας. Έτσι, επικρατεί η αντίληψη ότι το συγκεκριμένο σήμερα καθεστώς δεν έχει εχθρούς, επομένως είναι ανίκητο, πολιτικά και ηθικά αξεπέραστο. Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, η τελική έκβαση της δίκης πρέπει να παρουσιαστεί ως ολοκληρωτική νίκη της κοινωνικής ειρήνευσης και της εμπέδωσης του νόμου και της τάξης.

Κατά την κλασική περίοδο, στην πόλη-κράτος των Αθηνών η απονομή δικαιοσύνης δεν ήταν υπόθεση κάποιων ειδικών αλλά ήταν υπόθεση των πολιτών. Οι πολίτες ελάμβαναν οι ίδιοι αποφάσεις νομοθετικού και εκτελεστικού χαρακτήρα μέσα απ’ τα πολιτειακά τους όργανα (εκκλησία του δήμου, βουλή των 500, Ηλιαία).

Στο σημείο αυτό θα σας διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα απ’ τον επιτάφιο του Περικλέους έργο του αρχαίου Αθηναίου ιστορικού Θουκυδίδη στο οποίο παρατίθεται ο επιτάφιος λόγος που ο Περικλής εκφώνησε στο νεκροταφείο του Κεραμικού το 430 π.Χ. κατά τη δημόσια ταφή των πρώτων νεκρών του Πελοποννησιακού πολέμου.

«Αγαπούμε το ωραίο και μένουμε απλοί∙αγαπούμε τη θεωρία και δεν καταντούμε νωθροί. Ο πλούτος στέκει για μας πιο πολύ αφορμή για κάποιο έργο παρά για παινεψιές και λόγια και τη φτώχια του να την παραδεχτεί κανείς, δεν είναι ντροπή∙πιο ντροπή είναι να μην κοιτάξει δουλεύοντας να την ξεφύγει. Και είμαστε οι ίδιοι που φροντίζουμε και για τα δικά μας και για τα πολιτικά μαζί πράγματα, κι ενώ καθένας μας κοιτάζει τη δουλειά του, άλλος άλλη, δεν κατέχουμε λιγότερο τα πολιτικά. Γιατί είμαστε οι μόνοι που όποιον δεν παίρνει καθόλου μέρος σ’ αυτά τον θαρρούμε έναν άνθρωπο όχι ήσυχο μόνο άχρηστο».

Αντίθετα στον 21ο αιώνα, και στην κοιτίδα της δημοκρατίας σε εισαγωγικά η εξαίρεση και επομένως ο εξοστρακισμός των ενόρκων απ’ τις δικαστικές αίθουσες είναι η ένδειξη αναστολής των όποιων προοδευτικών αξιών του θεσμού της δικαιοσύνης και της προσαρμογής της στις απαιτήσεις ενός καθεστώτος εν καιρώ κρίσης. Ο βασικός λόγος γι’ αυτή την νομοθετική εκτροπή ήταν η απόσταση που διαφαίνεται ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία όταν υπάρχει το λαϊκό στοιχείο στη λήψη των αποφάσεων. Αν και το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο δεν ήταν ελλιπές, δεν ήτανε πάντοτε και επαρκές για την καταδίκη των πολιτικών υποκειμένων.

Η αντιτρομοκρατική πολιτική νομιμοποιεί την προληπτική ποινικοποίηση του φρονήματος, τον πολιτικό και τον κοινωνικό έλεγχο, την πειθάρχηση των μαζών. Ένα κομμάτι της διαμορφώνεται αποκλειστικά για να προστατεύει το πολίτευμα απ’ τη διάδοση των ανατρεπτικών ιδεών και την εκδήλωση της “ανατρεπτικής πρόθεσης”.

Με αυτό τον τρόπο η εξουσία θέτει τα αποδεκτά όρια πολιτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ό,τι ξεφεύγει απ’ τα όρια της δεν ανήκει στη σφαίρα του πολιτικού. Επομένως, η σύγκρουση του κράτους με τους πολιτικούς του αντιπάλους δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με πολιτικές απαντήσεις, παρά μόνο με την επιστράτευση της ποινικής καταστολής.

Ο Ι. Μανωλεδάκης, στο βιβλίο του «Το έννομο αγαθό ως βασική έννοια του ποινικού δικαίου» γράφει: «η ασάφεια των ποινικών διατάξεων, η χρήση αόριστων εννοιών, η τιμώρηση πράξεων που ανήκουν στο χώρο της προπαρασκευής, η τιμώρηση της απρόσφορης απόπειρας, τα εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης είναι στοιχεία που συναντιούνται στα ποινικά συστήματα των αστικών δημοκρατιών. Τα στοιχεία αυτά εμπεριέχουν πλευρές ποινικοποίησης του φρονήματος».

Και πώς μπορώ να μην θεωρήσω τη δίωξη μου ως φρονηματική, όταν μου έχει αποδοθεί ένα ολόκληρο κατηγορητήριο χωρίς να υπάρχει ούτε η παραμικρή ένδειξη ενοχής. Δυστυχώς σε υποθέσεις σαν αυτή, το τεκμήριο της αθωότητας καταργείται από την στιγμή που η σκιά της υποψίας πέσει σε κάποιον. Το αποτέλεσμα είναι ορατό απ’ το σκεπτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος. Οι λόγοι της παραπομπής μου προσκρούουν σε κάθε λογική. Χωρίς στην πραγματικότητα η δίωξη μου να είναι συγκεκριμένη, κατασκευάστηκε μία ποινική δίκη μέσω της δημιουργίας εντυπώσεων.

Άλλα Θέματα

Τι ήταν εν τέλει οι περιβόητες «συνωμοτικές» συναντήσεις που έλαβαν μέρος στο άλσος της Καισαριανής τον Απρίλιο του 2010 και με οδήγησαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Θα προσπαθήσω με απλά λογικά επιχειρήματα να αναλύσω την επιχειρηματολογία του κατηγορητηρίου που αφορούν την υποτιθέμενη εμπλοκή μου.

Όταν οι δικηγόροι εξέτασαν τον βασικό μάρτυρα κατηγορίας, εκείνος ήταν κατηγορηματικός ότι αυτές δεν ήταν επιλήψιμες. Και πολύ περισσότερο δεν ισχυρίστηκε στο ελάχιστο ότι οι συναντήσεις αυτές συνδέονται με την οργάνωση του Ε.Α.

Θα σας παραθέσω άλλο ένα απόσπασμα από το βιβλίο του νομικού Δ. Μπελάντη «αναζητώντας τον εσωτερικό εχθρό» στο οποίο καταδεικνύει το προβληματικό πεδίο της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας και συνακόλουθα της δίωξης μας. «Η αοριστία της νομοτυπικής συγκρότησης των αδικημάτων όσο και η μη ικανοποιητική οριοθέτηση των οριακών πιθανοτήτων δημιουργούν ένα νομοθετικό χώρο δυνητικής προληπτικής προστασίας του πολιτεύματος».

Σ’ αυτό το πλαίσιο ποινικοποιούνται ακόμα και οι διαπροσωπικές και φιλικές σχέσεις. Έτσι εξηγείται όσον αφορά την υπόθεσή μας ο υπέρμετρος ζήλος των διωκτικών αρχών που προσπαθώντας να εξουδετερώσουν μια ένοπλη αντιεξουσιαστική ομάδα στράφηκαν σε κάποιους ανθρώπους προληπτικά και παραδειγματικά χωρίς να υπάρχει κανένα ουσιαστικό στοιχείο, παρά μόνο καθημερινές ανθρώπινες δραστηριότητες που βαπτίστηκαν αυθαίρετα ενδείξεις.

Πήγε για καφέ με τον Μαζιώτη; δεν μπορεί να μην ήξερε, δεν μπορεί να μην ήταν μέλος. Πέραν της κοινωνικότητας μου, ποια είναι εν τέλει η ατομική μου ευθύνη για όλες τις ενέργειες που μου έχουν αποδοθεί στο κατηγορητήριο; Ποιο είναι το στοιχείο εκείνο που προδίδει μια ενδεχόμενη συμμετοχή;

Οι περισσότεροι έχουμε διαβάσει ένα βιβλίο ή έχουμε δει μία ταινία που να καταγγέλλει τους μηχανισμούς ασφαλείας ολιγαρχικών καθεστώτων παλιότερων εποχών. Και σχεδόν πάντα μας αφήνουν έναν αποτροπιασμό για τις σκοτεινές μεθόδους που χρησιμοποιούσαν. Όταν οι ίδιοι μηχανισμοί μεταφέρονται στο σήμερα και στο εδώ με την πρόφαση ότι προστατεύουν τα συμφέροντα της κοινωνίας, παρουσιάζονται ή θέλουν να παρουσιάζονται ως κανονικότητα. Ως νόμιμο και ηθικό.

Τόσο εγώ που είμαι ο άμεσα εμπλεκόμενος όσο και οι κοντινοί μου άνθρωποι είμαστε σε μία κατάσταση διαρκούς ομηρείας η οποία εκδηλώνεται σε πολλά επίπεδα. Τρία χρόνια μετά τη δίωξη που μου ασκήθηκε αδυνατώ να διανοηθώ το μέγεθος της ταλαιπωρίας που έχω υποστεί όσο και τις επιπτώσεις που έχει στις ζωές μας. Οι μεθοδεύσεις των διωκτικών αρχών υπονόμευσαν τη ζωή μου σε προσωπικό, επαγγελματικό, και πολιτικό επίπεδο με αποτέλεσμα ακόμα και τώρα να αδυνατώ να ορίσω έστω και στο ελάχιστο την ζωή μου! Οργίζομαι, όταν σκέφτομαι ότι έχασα μάλλον οριστικά τη δουλειά μου, διέκοψα προσωρινά τις σπουδές μου, καθώς και το σύνολο των προσωπικών και πολιτικών μου δραστηριοτήτων επειδή κάποιοι φιλόδοξοι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. βαπτίσαν ενδείξεις κάποιες φιλικές και προσωπικές μου καθημερινές επαφές. Ακόμα και τώρα δεν καταλαβαίνω σε τι αποσκοπούσε η προσωρινή δέσμευση της σύνταξης της μητέρας μου απ’ την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Πιθανόν η σύνταξη του δημοσίου να είναι κάποιο κρυφό έσοδο απ’ τις εγκληματικές της δραστηριότητες που ομολογώ πως δεν γνωρίζω.

Τέλος θα ήθελα εν συντομία να αναφερθώ στην προφυλάκιση μου. Οι συνθήκες στις φυλακές Κορυδαλλού είναι ελεεινές. Με λύπη συνειδητοποίησα το πόσο τρομακτική μπορεί να γίνει η ανθρώπινη προσαρμοστικότητα. Το σύνολο των φυλακισμένων κινδυνεύει να αρρωστήσει ψυχικά και σωματικά από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης και το αμφιβόλου ποιότητας φαγητό. Ποντίκια, κατσαρίδες, και άνθρωποι συνυπάρχουν αρμονικά, με αποτέλεσμα να ελλοχεύουν μια σειρά μεταδοτικών ασθενειών. Για τους φυλακισμένους με την ήδη κλονισμένη υγεία η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνη. Η ιατρική φροντίδα είναι πλημμελής ενώ οι ελλείψεις σε αναλώσιμα υλικά και φάρμακα είναι μόνιμες. Δεν θα ξεχάσω την εμπειρία μου από την επίσκεψη στον ορθοπεδικό. Η λάθος διάγνωση επιδείνωσε την φλεγμονή και συνεπώς τον πόνο που είχα στο δεξί χέρι. Αν δεν είχα προβεί σε ειδική θεραπεία όταν αποφυλακίστηκα το χέρι μου θα είχε ατροφήσει ακόμα περισσότερο.

Το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο και συνακόλουθα οι προφυλακίσεις ως μία πρωταρχική (και πολλές φόρες μοναδική) μορφή τιμωρίας δημιουργούν ένα επιπλέον πρόβλημα στις ήδη βεβαρημένες συνθήκες υπερπληθυσμού των φυλακών. Πολλοί κρατούμενοι αναγκάζονται να κοιμούνται ακόμα και στο πάτωμα λόγω έλλειψης κρεβατιών. Η απάνθρωπη διαβίωση δεν σταματάει όμως εκεί. Το ζεστό νερό και η θέρμανση το χειμώνα αποτελούν ανέκδοτο για τις περισσότερες πτέρυγες. Η έλλειψη οποιασδήποτε προοπτικής μέσα στη φυλακή καθώς και η αδυναμία επίλυσης των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι φυλακισμένοι δημιουργούν απογοήτευση και απόγνωση που τους οδηγεί στη χρήση ναρκωτικών ουσιών.

Η χρήση ναρκωτικών ουσιών και ψυχοφαρμάκων κάνει θραύση καθώς στηρίζει το επικερδές εμπόριο μεταξύ της υπηρεσίας και κάποιων κρατουμένων. Με τα ναρκωτικά και τα μεροκάματα δημιουργούν ένα σύμπλεγμα μηχανισμών προσανατολισμένο στο κατακερματισμό των κρατουμένων. Η εργασία «απελευθερώνει» έγραφε στην είσοδο του στρατοπέδου συγκέντρωσης Νταχάου. Η εργασία «απελευθερώνει» και στις ελληνικές φυλακές. Δούλεψα για κάποιο καιρό στο τυπογραφείο των φυλακών. Με έκπληξη ανακάλυψα ότι την ίδια στιγμή που κάνουν περικοπές και αποσπάσεις στο ‘’πλεονάζον προσωπικό’’ του εθνικού τυπογραφείου, κρατούμενοι διεκπεραιώνουν εργασίες για λογαριασμό του καθώς αδυνατεί να τις φέρει εις πέρας.

Επίσης δεκάδες είναι οι καταγγελίες για βασανισμούς και εξευτελιστικούς ελέγχους κρατουμένων από σωφρονιστικούς υπαλλήλους. Φαίνεται όμως ότι η απόδοση των ευθυνών δεν αγγίζει σχεδόν ποτέ τους εκάστοτε υπεύθυνους του υπουργείου δικαιοσύνης παρά μόνον τους κρατούμενους όταν πέφτουν σε κάποιο παράπτωμα. Εν τέλει η φυλακή είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί ως μέσο εκδίκησης και τιμωρίας. Στην ουσία επιχειρεί να απογυμνώνει τον έγκλειστο από ανθρώπινες αξίες, όπως αυτές της αλληλεγγύης αλλά και του αυτοσεβασμού. Ο σωφρονισμένος πλέον άνθρωπος οφείλει να είναι ιδιοτελής, φοβισμένος και υποτελής απέναντι σε κάθε εξουσία. Κατά συνέπεια δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που αναπαράγει τις ίδιες κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις που τον οδήγησαν στο έγκλημα μέσα σε εισαγωγικά.

Συνοψίζοντας, είμαι πεπεισμένος ότι βρίσκομαι στο εδώλιο του κατηγορουμένου εξαιτίας των πολιτικών, των κοινωνικών, και των συντροφικών μου σχέσεων με κομμάτια του κινήματος.

Πριν τελειώσω την απολογία μου θα κάνω μια σύντομη αναφορά στο βιβλίο του συγγραφέα Χάινριχ Μπελ «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ». Το βιβλίο περιγράφει την ιστορία ενός συνηθισμένου καθημερινού ανθρώπου, της Καταρίνα που θα γίνει το «πρόσωπο της ημέρας» όταν σ’ ένα αποκριάτικο πάρτυ, γνωρίζει και σχετίζεται για μία νύχτα με κάποιον καταζητούμενο από την αστυνομία. Η ιδιωτική της ζωή καταστρέφεται όταν τα ψεύτικα και δυσφημιστικά δημοσιεύματα ενός διεφθαρμένου δημοσιογράφου εκθέτουν την ίδια, τους φίλους, και την οικογένεια της.

Αν και διαφέρουν οι συνθήκες, το έργο του συγγραφέα παραμένει ακόμη και σήμερα επίκαιρο καθώς παρουσιάζει την διαχρονική αυθαιρεσία της εξουσίας απέναντι σ’ αυτούς που θέλει να παγιδεύσει.

Ελπίζω ότι η ταλαιπωρία που υπέστην όλα αυτά τα χρόνια να λάβει τέλος και ότι θα μπορέσω επιτέλους να συνεχίσω τη ζωή μου χωρίς άλλους περιορισμούς και χωρίς άλλο νεκρό χρόνο.

Με τη φυλακή να στέκει απειλητική πάνω απ’ τα κεφάλια μας, θέλω να πιστεύω ότι οι δηλώσεις του υπουργού δημόσιας τάξης Νίκου Δένδια, δεν θα επηρεάσουν στο ελάχιστο την απόφασή σας και ότι θα διαψευστούν οι Κασσάνδρες που προαναγγέλλουν καταδίκες ώστε να ικανοποιηθούν οι συγκυριακές πολιτικές σκοπιμότητες.

Κλείνοντας, θέλω να αναφερθώ τελείως συνοπτικά και στο μοναδικό στοιχείο υποτιθέμενης ενοχής μου που ανέφερε ο Παπαθανασάκης: την επιλογή μου να εμφανιστώ μόνο στο δικαστήριο, χωρίς να υποστώ μία άδικη προφυλάκιση. Θα χρησιμοποιήσω μία ωραία παραβολή του θεατρικού συγγραφέα και ποιητή Αλέξη Πάρνη σε ένα βιβλίο του, που συμπτωματικά διάβασα τον καιρό που έλειπα:

Κυνηγούσαν λοιπόν να πιάσουν μια γκαμήλα. Ο λαγός σαν το ΄δε τόβαλε στα πόδια. Και όταν τούπαν : δεν κυνηγάν εσένα!, ο λαγός απάντησε: μη σε πιάσουν για γκαμήλα, και τότε τρέχα ν’ αποδείξεις ότι δεν είσαι !